Η περίφημη Ελληνική νοοτροπία: Μερικά παραδείγματα

Σε προηγούμενο άρθρο μου καταπιάστηκα με την, κατά την γνώμη μου επιζήμια, αντίληψη ότι μια αφηρημένη, σχεδόν μεταφυσική «Ελληνική νοοτροπία» ευθύνεται για τα δεινά αυτού του τόπου. Στο άρθρο μου αυτό παρουσιάζω μια σειρά επιπλέον χειροπιαστών παραδειγμάτων με σκοπό την απομυθοποίηση της άποψης αυτής. Κάποια μάλιστα από τα παραδείγματα αυτά προέρχονται από καθημερινές ή και προσωπικές εμπειρίες.

Θα αρχίσω με το θέμα της διαφθοράς που αποτέλεσε και το έναυσμα για το προηγούμενο άρθρο. Σε μία πρόταση του για την αντιμετώπιση αυτού του σοβαρού για την χώρα μας προβλήματος, ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης προτείνει σαν λύση την δραστική μείωση του δημόσιου τομέα, ώστε να είναι ευκολότερη η αντιμετώπιση της διαφθοράς. Η πρόταση αυτή είναι μία αρκετά συνηθισμένη συνταγή για τον περιορισμό της διαφθοράς σε χώρες όπως η δική μας όπου η οικονομική ζωή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κράτος, και σίγουρα θα βοηθούσε. Για να πω την αλήθεια όμως δεν την θεωρώ επαρκή. Πρώτον, γιατί όσο και να περιορίσει κανείς το κράτος δεν μπορεί να το εξαλείψει εντελώς. Η πολεοδομία, για παράδειγμα, η πιο διεφθαρμένη από τις δημόσιες υπηρεσίες, είναι κρατική υπηρεσία σε όλες τις χώρες που γνωρίζω όπως και όλες οι υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης (του «στενού» δημόσιου τομέα). Δεύτερον, η διαφθορά δεν περιορίζεται μόνο στον δημόσιο τομέα. Δεκάδες τα σκάνδαλα στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες τα τελευταία χρόνια και η «διαπλοκή» καλά κρατεί παντού. Στην δε χώρα μας τα λεγόμενα «διαπλεκόμενα συμφέροντα», πίσω από τα οποία βρίσκονται μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, έχουν εμποδίσει πολλές προσπάθειες εξυγίανσης. Σε πολύ μικρότερα μεγέθη τα ίδια. Τα ΚΤΕΟ είναι ιδιωτικά σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά πάντοτε βρίσκει κανείς κάποιον για να περάσει το σαραβαλάκι του. Η ύπαρξη διαφθοράς και στον ιδιωτικό τομέα είναι μάλλον και ο λόγος που ο πρόσφατος νόμος περί δωροδοκίας καλύπτει και αυτόν. Έχω την αίσθηση λοιπόν ότι χρειάζονται και άλλες ενέργειες για την πάταξη της διαφθοράς: Αποτελεσματική αντιμετώπιση των λεγόμενων «διαπλεκόμενων συμφερόντων», δραστικό περιορισμό της γραφειοκρατίας και αυτοματοποίηση ορισμένων εργασιών (για να μην είναι απαραίτητα τα «γρηγορόσημα»), αποτελεσματικοί διασταυρούμενοι μηχανισμοί ελέγχου με ταυτόχρονα σκληρές, πραγματικά αποτρεπτικές τιμωρίες για του επίορκους, ενημέρωση και εκπαίδευση του πολίτη για την καταγγελία περιστατικών αλλά και αποτελεσματική προστασία του μετά κτλ. Πολλές ακόμα σκέψεις μπορεί να παραθέσει κανείς. Τι κοινό έχουν οι προτάσεις αυτές με τις αντίστοιχες του κ. Μανδραβέλη; Ότι αντιμετωπίζουν το θέμα διαφθορά ως πρόβλημα προς επίλυση με συγκεκριμένα μέτρα και όχι με ευχολόγια πχ. για αλλαγή του ηθικού αναστήματος των υπαλλήλων ώστε να μην χρηματίζονται. Σίγουρα μια κοινωνία απόλυτα τίμιων θα ήταν προτιμότερη, αλλά επειδή τέτοιες δεν υπάρχουν πολλές καλό είναι να μιλάμε πολιτικά και όχι ηθικολογικά.

Θα συνεχίσω με το γνωστό «κυκλοφοριακό χάος», το οποίο δεν συναντάται ως γνωστόν στις «πολιτισμένες» χώρες της Δυτικής Ευρώπης, γιατί αυτοί εκεί «έχουν άλλη νοοτροπία», «είναι πειθαρχημένοι» κτλ. Ξεχνάμε όμως ότι στις χώρες αυτές η εκπαίδευση των οδηγών είναι πιο ουσιαστική και – κατά περίπτωση – πιο αυστηρή και περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από το πως να πιάνεις το τιμόνι. Ότι η απόκτηση διπλώματος δεν περιλαμβάνει συνήθως «λάδωμα» της δημοσιοϋπαλληλικής μηχανής. Ότι κάποιου είδους οδηγική «παιδεία» δίδεται ήδη από το σχολείο και επαναλαμβάνεται με συγκεκριμένες ενημερωτικές δράσεις από ποικίλους φορείς. Η ADAC (η Γερμανική ΕΛΠΑ) για παράδειγμα έκανε προ κάποιων ετών πολύ μεγάλη προσπάθεια να ξαναπείσει τους Γερμανούς να φορούν την ζώνη ασφαλείας, όταν ανακάλυψε ότι τα ποσοστά χρήσης της έπεφταν με γρήγορους ρυθμούς. [Ναι, αυτό συνέβει με τους «πειθαρχημένους» Γερμανούς. Αντίθετα στην «απείθαρχη» Ελλάδα υπάρχει πολύ μεγάλη θετική διαφορά από ότι, πχ. πριν από 20 χρόνια, πιστεύω λόγω των προσπαθειών του ειδικού τύπου. Θέμα ενημέρωσης λοιπόν και όχι έμφυτης νοοτροπίας.] Ο κύριος διαφοροποιητικός παράγοντας όμως, είναι στην επιβολή των νόμων και κανόνων. Σε όλες αυτές τις χώρες οι ποινές είναι βαριές και τα πρόστιμα για παραβάσεις του ΚΟΚ «τσουχτερά», αλλά κυρίως η αστυνόμευση είναι η ανάλογη. Μέσω αυτής της αστυνόμευσης «ξαναπείστηκαν» τελικά οι Γερμανοί να φορούν την ζώνη (έλεγχοι μέσα στις πόλεις σε ανύποπτο τόπο και χρόνο και πρόστιμα χωρίς δεύτερη κουβέντα).

Θα ήθελα να διευκρινίσω, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων ότι δεν είμαι υπέρ της υπερβολικής αστυνόμευσης ή καταστολής. Είμαι μάλιστα αντίθετος στην πρόσφατη διεθνή τάση, όπου με το πρόσχημα της αστυνόμευσης ή της ασφάλειας, δημιουργούνται τεχνολογικά προηγμένοι μηχανισμοί που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως. Είναι όμως απαραίτητο να γνωρίζουμε ποιες ακριβώς μεθόδους χρησιμοποιούν οι χώρες που «θαυμάζουμε» και να μην αποδίδουμε αφελώς τις διαφορές σε μια γενική και αόριστη νοοτροπία. Εξάλλου αν ορισμένες παραβάσεις ανήκουν στην σφαίρα της ατομικής ευθύνης (ζώνη ασφαλείας) κάποιες άλλες επηρεάζουν τους γύρω μας. Πόσο συχνά όμως βλέπετε στην Ελλάδα πεζούς τροχονόμους να ρίχνουν κλήσεις για άσκοπο κορνάρισμα ή για άσκοπα μαρσαρίσματα; Ή για την παραβίαση της διάβασης πεζών; Ή για τις επικίνδυνες σφήνες των μοτοσικλετιστών; Όχι πολύ συχνά υποθέτω.

Η εκπαίδευση, η ενημέρωση και η πειθαναγκαστική επιβολή είναι λοιπόν, δυστυχώς ή ευτυχώς, που κάνουν κυρίως την διαφορά στην οδική κυκλοφορία. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες. Από πρόσφατη έρευνα του Πολυτεχνείου μαθαίνουμε ότι το κέντρο της Αθήνας θα μπορούσε να αποσυμφορηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αν απομακρύνονταν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα από τους δρόμους-κλειδιά. Μια τέτοια λύση βέβαια προϋποθέτει σημαντική υποδομή. Περιφερειακοί χώροι στάθμευσης, μέσα για τις μετακινήσεις εκεί όπου θα απαγορεύονται τα Ι.Χ. κτλ. Μας δίνει όμως μια ακόμα συμπληρωματική απάντηση για την αντιμετώπιση του κυκλοφοριακού χάους: υποδομή.

Η υποδομή αλλά και η σωστή λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι που κάνουν την διαφορά και στην καθαριότητα των πόλεων. Έχω δει αρκετές πόλεις της Ευρώπης (κυρίως στην Αγγλία και στην βόρεια Γαλλία αλλά και αλλού) να παρουσιάζουν τα βράδια άθλια εικόνα (ειδικά τις Παρασκευές και τα Σάββατα): χαρτιά και μπουκάλια παντού, έντονη οσμή ούρων και … άλλα μάλλον αηδιαστικά για να αναφερθούν. Ως δια μαγείας βέβαια την επόμενη μέρα η πόλη είναι πάλι καθαρή και παρουσιάζει την πολιτισμένη όψη που μας εντυπωσιάζει, χάρης στα συνεργεία που θα βγουν στις πέντε ή έξι το πρωί. Όψη που δεν οφείλεται στον πολιτισμό του κάθε μεθυσμένου ή νηφάλιου που διασκεδάζει, αλλά στην αποτελεσματικότητα του κράτους, που αξιοποιεί σωστά τους φόρους που αυτός πληρώνει. Στην Ελλάδα αντίθετα η ευθύνη για την καθαριότητα πέφτει και πάλι στους ώμους του πολίτη – που παρεμπιπτόντως επίσης πληρώνει φόρους. Και ο πολίτης αυτός έχει κάνει πολύ σημαντικές προόδους τις τελευταίες δεκαετίες στο να χρησιμοποιεί τα καλάθια των αχρήστων κτλ. Όταν όμως το αποτέλεσμα δεν είναι το αναμενόμενο πάλι αυτός θα κατηγορηθεί, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη «πολιτισμένη νοοτροπία». Δεν υπονοώ βέβαια ότι θα πρέπει να αρχίσουμε να πετάμε τα σκουπίδια στους δρόμους και να περιμένουμε το κράτος να έρθει να τα μαζέψει. Αλλά ας μην μεταθέτουμε τις ευθύνες του κρατικού μηχανισμού σε μια αφηρημένη «κακή νοοτροπία» και «έλλειψη παιδείας».

Ένα κλασικό στερεότυπο που αποδίδεται στην νοοτροπία ή και στα χαρακτηριστικά μας ως λαού είναι ότι οι « Έλληνες δεν δουλεύουν», ιδιαίτερα δημοφιλής φράση παλαιότερα, λιγότερο πιστεύω σήμερα. Υποθέτω ότι κατά καιρούς θα έχετε ακούσει τις χίλιες-μύριες σχετικές «φιλοσοφίες»: ότι «είμαστε από την φύση μας τεμπέληδες», ότι «φταίει ο ζαμανφουτισμός και ο ωχαδελφισμός μας», ότι «φταίει το ζεστό μας κλίμα», μέχρι και ότι … «φταίνε τα κακά κατάλοιπα από την Τουρκοκρατία»! Η πραγματικότητα βέβαια είναι εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με πολύ πρόσφατη δημοσίευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι Έλληνες είναι από τους πιο σκληρά εργαζόμενους Ευρωπαίους – τουλάχιστον της ΕΕ. (Δείτε και σχετικό γράφημα). Συγκεκριμένα με μέσο όρο 40.1 ώρες εβδομαδιαίως ο Έλληνας βρίσκεται πάνω από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 3.5 ώρες. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι τυχαία. Οι Έλληνες εργαζόμενοι βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις της λίστας πολλά χρόνια τώρα. Η γνώση αυτή είναι βέβαια εδώ και καιρό κοινός τόπος για πολλούς από εμάς, που έχουμε δουλέψει εκτός από την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όπως επίσης ξέρουμε το πόσο πιο ανθρώπινες είναι οι συνθήκες εργασίας σε άλλες χώρες της ΕΕ. Ο Έλληνας δουλεύει συχνά υπό συνθήκες πίεσης, χωρίς τα απαραίτητα διαλείμματα, με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, σε ελλιπώς επανδρωμένα πόστα κτλ. Η προσωπική και οικογενειακή ζωή συχνά παραγκωνίζεται από τις απαιτήσεις της επαγγελματικής.

Αφού όμως έτσι είναι όπως φαίνεται τα πράγματα τότε που οφείλεται η στερεότυπη αντίληψη; Αν και τέτοια συμπεράσματα δεν μπορούν να βγουν χωρίς έρευνα θα διακινδυνεύσω μια υπόθεση, για τις κύριες αιτίες του μύθου. Πρώτον, γενίκευση της εικόνας του δημόσιου τομέα για ολόκληρη την κοινωνία. Ο δημόσιος τομέας έχει σε πολλές χώρες κακή φήμη όσον αφορά την εργατικότητα, αλλά στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πιο εμφανές λόγω της σχετικά μεγάλης έκτασης του και της υπέρμετρης επιρροής του σε μεγάλο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Έτσι την φήμη του δημοσίου την «λούζονται» όλοι οι Έλληνες. [Για να είμαστε δίκαιοι ακόμη και στο δημόσιο υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι που δουλεύουν ευσυνείδητα. Αρκούν όμως ορισμένοι βολεψάκηδες, κακοί συνδικαλιστές, «κομματόσκυλα» που καταρρακώνουν την αξιοκρατία κτλ. για να δημιουργηθεί η αρνητική «κουλτούρα» που πνίγει όλες τις προσπάθειες]. Δεύτερον, η άποψη ότι οι πολίτες δεν δουλεύουν είναι πολύ χρήσιμη όταν πρέπει να δικαιολογηθούν κάποιες χαμηλές επιδόσεις της οικονομίας, κάποιες αδυναμίες του κράτους ή και του ιδιωτικού τομέα κτλ. Γιατί η παραγωγικότητα είναι χαμηλή; «Γιατί δεν δουλεύουμε αρκετά!» Μα η συνολική παραγωγικότητα μιας εταιρείας, οργανισμού, κράτους είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων (οργάνωση, υποδομή, χρήση της τεχνολογίας, ξεκάθαρη στρατηγική κτλ.) και όχι μόνο της εργατικότητας των ατόμων. Ένας λογιστής με χαρτί και μολύβι δεν μπορεί να συναγωνισθεί έναν άλλον που χρησιμοποιεί ένα λογιστικό φύλλο ακόμα και αν δουλεύει 24 ώρες το 24ωρο. Γιατί δεν καινοτομούμε; «Γιατί δεν έχουμε τους κατάλληλους ανθρώπους.» Καλή δικαιολογία για να ξεχνάμε την έλλειψη οράματος, την αναποτελεσματική διοίκηση, την επιδίωξη του εύκολου κέρδους χωρίς μέριμνα για το μέλλον. Πως θα γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί; «Ας ζητήσουμε από τους εργαζόμενους να δουλέψουν περισσότερο». Όπως βλέπετε ο μύθος είναι πολύ βολικός.

Θα κλείσω επαναλαμβάνοντας το συμπέρασμα του προηγούμενου άρθρου. Οφείλουμε να αποβάλουμε την πιο επιζήμια ίσως νοοτροπία μας: τον αρνητισμό και την διάχυτη απαισιοδοξία μας. Οι υπεραπλουστεύσεις, η διαιώνιση μύθων και στερεοτύπων, η συνεχής γκρίνια, η αυτολύπηση και η μη εποικοδομητική κριτική δεν βοήθησαν ποτέ κανέναν. Και εάν η θεοποίηση της περίφημης Ελληνικής νοοτροπίας είναι βολική για κάποιους λίγους δεν συμφέρει τελικά εμάς τους πολλούς. Σαν λαός έχουμε υποχρέωση να προχωρήσουμε παραπέρα. Σαν bloggers έχουμε υποχρέωση να αρθρογραφούμε ανάλογα.

http://Η περίφημη Ελληνική νοοτροπία: Μερικά παραδείγματα

0 comments

Leave a Reply