Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια

Όσον αφορά την οικονομική ισότητα το φιλελεύθερο αφήγημα λέει πως «οι ικανότητες των ανθρώπων είναι πεπερασμένες και οι ανάγκες τους άπειρες». Όμως, δεν ορίζουν όλοι οι άνθρωποι τις ανάγκες τους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι θεωρούν πως οι ανάγκες τους είναι μόνο το φαγητό, η στέγαση και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κάποιοι άλλοι θα προσθέσουν σε αυτές την διασκέδαση και κάποιοι άλλοι ακόμη θα προσθέσουν ένα ακριβό αυτοκίνητο ή μια άλλη πολυτέλεια. «Συνεπώς, κάποιος πρέπει να ορίσει και –κυρίως– να επιβάλει τους κανόνες με τους οποίους οι ποικίλες ανάγκες θα ικανοποιούνται.»
Όσον αφορά την κοινωνική διάσταση της ισότητας, το επιχείρημα λέει πως «αν η ισότητα στις κοινωνίες ήταν φυσική, δεν θα χρειαζόταν ούτε κράτος πρόνοιας, ούτε ‘αναδιανομή πλούτου, κοινωνική προστασία, στήριξη των μικρών απέναντι στους μεγάλους, των ανίσχυρων απέναντι στους ισχυρούς’. Δεν θα υπήρχε φορολογία και οι οπαδοί του laissez-faire θα ήταν ευτυχισμένοι […]»  Καθώς οι άνθρωποι γεννιούνται άνισοι, συνεχίζει, δεν γίνεται να τους εξισώσουμε διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την διαφορετική αντιμετώπιση του καθ’ ενός και άρα την κατάλυση της ισονομίας.

Η ηθική τεκμηρίωση της άποψης περί «φυσικής ανισότητας» βασίζεται στην γενική αντίληψη πως οι ανισότητες των ανθρώπων αποτελούν την αποκλειστική κινητήρια δύναμη της κοινωνικής προόδου και πως μόνο αυτές μπορούν να αυξάνουν επ’ αόριστον το προσδόκιμο ζωής, το βοιωτικό επίπεδο και την συνολική μας παραγωγικότητα.

Τόσο οι δύο εκφάνσεις του επιχειρήματος κατά της ισότητας, όσο και η ηθική του βάση, όμως, στηρίζονται σε σαθρά θεμέλια και οι λογικές πλάνες τους καταλήγουν (εσκεμμένα η μη) να υπηρετούν ένα αδηφάγο σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ισχύ και την εξουσία των «εκλεκτών», τους οποίους η φύση επέλεξε για να κυριαρχήσουν.

Οικονομική Ισότητα

Για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει ένας αρχικός διαχωρισμός ανάμεσα στις ανάγκες και στις επιθυμίες, πράγμα δύσκολο γιατί συχνά μια επιθυμία μπορεί να θεωρείται ή να εκφράζεται ως ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή, ποιος και με ποια κριτήρια θα κάνει τον διαχωρισμό; Το παράδειγμα ενός πολύ επίκαιρου ζητήματος, της εμπορευματοποίησης των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση και την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Πολλές κυβερνήσεις και ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως για παράδειγμα η Tesla, προωθούν τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και επενδύουν σε αυτά. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου ΜΙΤ, όμως, έδειξε πως «ορισμένα μεγάλα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα μπορεί να έχουν μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με μικρότερα συμβατικά αυτοκίνητα». Ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα δεν πετυχαίνουν την ελαχιστοποίηση των εκπομπών τους, κυρίως λόγω των μεγάλων μπαταριών και του μεγάλου εύρους απόστασης που τους δίνεται, ενώ υπάρχει μια ξεκάθαρη τάση προς την κατασκευή αυτοκινήτων με μεγαλύτερες μπαταρίες, παρά τις μικρές αποστάσεις που διανύονται κατά μέσο όρο από τους χρήστες.

Μια οικολογική προσπάθεια, λοιπόν, η οποία γίνεται συλλογικά στην κατεύθυνση της δημιουργίας μορφών μεταφοράς από και προς τους χώρους εργασίας μας, για την ανταπόκριση στις υποχρεώσεις μας κ.ο.κ, υπονομεύεται από την επιθυμία των ανθρώπων, οι οποίοι διαθέτουν τα χρήματα, να διασφαλίζουν μεγαλύτερη άνεση κατά τις μεταφορές τους. Φυσικά, οι εταιρίες παραγωγής αυτοκινήτων σπεύδουν να ανταποκριθούν σε αυτή την επιθυμία με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη χρήση κοβαλτίου, λιθίου και άλλων μετάλλων, τα οποία με τη σειρά τους αυξάνουν κατακόρυφα της εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής των αυτοκινήτων.

Επομένως, φαίνεται εδώ ο διαχωρισμός μεταξύ των αναγκών και των επιθυμιών των ανθρώπων, ο οποίος γίνεται ξεκάθαρος όταν αυτό που επιθυμεί μια προνομιούχα ομάδα ανθρώπων έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με μια βασική ανάγκη της πλειοψηφίας.

Αντί λοιπόν να εμμένουμε στην άποψη πως οι ανάγκες και οι επιθυμίες όλων των ανθρώπων είναι απεριόριστες, δηλαδή σε μία ταυτολογία, θα πρέπει να ιεραρχήσουμε τις ανάγκες και να θεσμοθετήσουμε αυτή την ιεραρχία ως κριτήριο για την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, αντί να τους δαπανούμε για ασήμαντες πολυτέλειες. Είναι πολύ εύκολο να βαφτίζουμε την ακατάσχετη εξάντληση των φυσικών πόρων «δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία», όμως το αποτέλεσμα που μια τέτοια εξάντληση θα έχει σε βάθος χρόνου θα είναι καταστροφικό.

Κοινωνική Ισότητα και Ισονομία

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος κατά της ισότητας, υποστηρίζεται πως το κοινωνικό κράτος έρχεται να επιλύσει την φυσική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όπως και στο πρώτο σκέλος, υπάρχει και εδώ μια λογική πλάνη. Το δικαίωμα στην περιουσία, και γενικότερα η οικονομική οργάνωση της κοινωνίας δεν αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων: είναι επίκτητα, είναι δομές οργάνωσης, δημιουργήματα των ανθρώπων. Συνεπώς, οι ανισότητες τις οποίες έρχεται να «διορθώσει» και να «απαλύνει» το κοινωνικό κράτος δεν είναι φυσικές, αλλά δομικές συνέπειες (και προϋποθέσεις) του ελεύθερου και ακραίου ανταγωνισμού.

Επιπλέον, η αντιπρόταση του συλλογικού σχεδιασμού της οικονομίας στα πλαίσια του σοσιαλισμού, έρχεται να προσφέρει δυο «αναφαίρετα», σύμφωνα με την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, δικαιώματα: την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας, εξασφαλίζοντας ισότητα απέναντι στις βασικές ανάγκες όλων των ανθρώπων, καθώς και σε εκείνες τις επιθυμίες οι οποίες είναι δυνατό να καλυφθούν, δεδομένων των πεπερασμένων πόρων.

Η ισότητα των ανθρώπων απέναντι στα φυσικά τους δικαιώματα θα διασφαλίσει στον καθ’ ένα την ελευθερία και την ευκαιρία, να ξεδιπλώσει και να αναπτύξει την δημιουργική του διαφορετικότητα, να καλλιεργήσει τα ταλέντα και τις δεξιότητές του. Κάτι τέτοιο εμποδίζεται σήμερα απ’ το απάνθρωπο κυνήγι της επιβίωσης, της 10ωρης και πλέον εργασίας για την εξασφάλιση στέγης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και σίτισης, δικαιωμάτων δηλαδή πραγματικά φυσικών και αναφαίρετων, τα οποία η θεωρία περί «φυσικών ανισοτήτων» και η αστική νομιμότητα δεν αποδέχονται ως τέτοια.

Και βέβαια, η ανισότητα ως «φυσικό φαινόμενο» συμβαδίζει με την συσσώρευση του χρήματος, την διαφθορά, τον χρηματισμό αξιωματούχων και ανθρώπων σε θέσεις ισχύος, πράγματα, δηλαδή, τα οποία τελικά οδηγούν στην κατάργηση της ισονομίας και του «κράτους δικαίου», και τα οποία είναι παρά φύση.

Από το Ιδεώδες στην Πράξη

Είναι προφανές πως η επιβολή ενός ιδεώδους με βίαιο τρόπο εντάσσεται στις πρακτικές μιας στυγνής δικτατορίας, αλλά ακόμη χειρότερα, όταν μια πλειοψηφία πολιτών δεν αποδέχεται αυτό το ιδεώδες και δεν μάχεται γι’ αυτό, η αποτυχία της εφαρμογής του είναι προδιαγεγραμμένη. Συνεπώς, ο μόνος δρόμος για την μετάβαση από το ιδεώδες στην πράξη, είναι ο δρόμος της δημοκρατίας στην πιο άμεση μορφή της.

Υπ’ αυτή την έννοια, μια τέτοια πρόταση δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμη κάτω από τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, οι αρχές και οι βάσεις της είναι καθόλα φυσιολογικές, ενώ η παραγωγή πολιτικής σκέψης και πολιτικών προτάσεων, καθώς και η διαρκής πίεση προς αυτή την κατεύθυνση  μπορούν τελικά να την καταστήσουν εφαρμόσιμη.

Για παράδειγμα, όσον αφορά τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, μια λύση σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η δημιουργία συστημάτων ηλεκτροκίνητων, κοινόχρηστων αυτοκινήτων σε συνδυασμό με την βέλτιστη χρήση φυσικών πόρων. Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο εφικτό, θα έπρεπε να δεχθούν οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής πετρελαίου την εγκατάσταση των απαραίτητων υποδομών φόρτισης, καθώς και τη μαζική στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα να μην φορτίζονται έμμεσα από λιγνίτη. Αυτά, όμως, έρχονται σε άμεση σύγκρουση με την «ανάγκη» (!) των μετόχων των πολυεθνικών εταιριών εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων για πλουτισμό δίχως όρια.

Εξ ίσου σημαντικά παραδείγματα, όπως η κατασκευή, η εμπορία και η χρήση στρατιωτικών εξοπλισμών και όπλων αναδεικνύουν επίσης το πρόβλημα που προκαλούν οι ανισότητες και η κατάχρηση των φυσικών πόρων. Όμως, το παράδειγμα των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, αναδεικνύει ξεκάθαρα την πλάνη πίσω από το επιχείρημα πως ο ίδιος ο ανταγωνισμός που πηγάζει από τις ανισότητες και οι πρωτοβουλίες φωτισμένων επιχειρηματιών θα παράξουν πρωτοπόρες τεχνολογικές λύσεις, οι οποίες θα επιλύσουν αυτόματα τα προβλήματα τα οποία ο ίδιος ο ακραιφνής ανταγωνισμός δημιουργεί.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το αφήγημα που παρουσιάζει την ανισότητα και την απόλυτη οικονομική ελευθερία ως φυσικά στοιχεία της κοινωνίας, καθώς και η ηθική του βάση αντιμετωπίζουν δυο βασικούς περιοριστικούς παράγοντες: τα δομικά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των οικονομικών ελίτ και του κοινού συμφέροντος, καθώς και τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας πραγματικά αειφόρου κοινωνίας είναι να θεσμοθετήσουμε την ισότητα, την συλλογική ιεράρχηση των αναγκών και των επιθυμιών μας, καθώς και την λελογισμένη χρήση των φυσικών μας πόρων. Να θεσμοθετήσουμε συλλογικά ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, προϋπόθεση για το οποίο θα είναι η καθολική ανατροπή των άνισων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες είναι εξορισμού αντίθετες με το κοινό συμφέρον.

Πηγή : Η Ισότητα ως Αυταπόδεικτη Αλήθεια

0 comments

Leave a Reply